Μια καινοτόμο μελέτη προσφέρει ελπίδα για την έγκαιρη ανίχνευση και παρακολούθηση της νεφρικής νόσου. Σύμφωνα με αυτήν τη μελέτη, οι τρισδιάστατες οφθαλμολογικές εξετάσεις μπορούν να παράσχουν πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την υγεία των νεφρών μας, δίνοντας μια μη επεμβατική και αποτελεσματική διαγνωστική εναλλακτική. Μια οπτική τεχνική απεικόνισης που ονομάζεται οπτική τομογραφία συνοχής (OCT) χρησιμοποιήθηκε από ερευνητές του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου για να διαπιστωθεί ότι ο αμφιβληστροειδής και το χοριοειδές μπορούν να δώσουν αξιόλογες πληροφορίες σχετικά με την υγεία των νεφρών μας. Αλλαγές σε αυτά τα δύο στοιχεία, που είναι σημαντικά για την όραση, μπορεί να έχουν επίσης αντίστοιχες επιπτώσεις στη νεφρική λειτουργία. Με άλλα λόγια, ορισμένες αλλαγές στα μάτια μπορεί να προειδοποιήσουν για προβλήματα στα νεφρά πολύ πριν οι συμπτώματα εμφανιστούν.
Στη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Communications, διερευνήθηκε η σχέση μεταξύ των ματιών και των νεφρών. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο αμφιβληστροειδής και το χοριοειδές είναι ευαίσθητα στις αλλαγές της νεφρικής λειτουργίας και ότι η παρατήρηση αλλαγών σε αυτά τα στοιχεία μπορεί να προειδοποιήσει για προβλήματα στα νεφρά. Οι αρχικές ευρήματα έδειξαν ότι οι ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο είχαν λεπτότερο αμφιβληστροειδή και χοριοειδές συγκριτικά με υγιείς ανθρώπους. Επιπλέον, μετά από μεταμόσχευση νεφρού, τα μάτια των ασθενών παρουσίασαν αντιστροφή της λέπτυνσης του αμφιβληστροειδούς και του χοριοειδούς, προκαλώντας βελτίωση της όρασης και της νεφρικής λειτουργίας.
Οι επιστήμονες που διεξήγαγαν τη μελέτη αναφέρουν ότι αυτή η ανακάλυψη ανοίγει νέους ορίζοντες για την παρακολούθηση και τη θεραπεία της νεφρικής νόσου. Πρόκειται για μια εναλλακτική μέθοδο που μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό προβληματικών καταστάσεων στα νεφρά ακόμη και πριν εμφανιστούν συμπτώματα, καθώς επίσης και στην ανάπτυξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων. Ωστόσο, περαιτέρω έρευνα είναι απαραίτητη για την πλήρη κατανόηση της σχέσης μεταξύ των ματιών και των νεφρών. Η ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου σχεδιάζει να συνεχίσει τη μελέτη του θέματος με μεγαλύτερες ομάδες ασθενών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.