Μια πρόσφατη έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο American Journal of Clinical Nutrition, φέρνει στο φως τον κίνδυνο που ενέχει η κατανάλωση κόκκινου κρέατος σε σχέση με τον Διαβήτη Τύπου 2. Η μελέτη, που διεξήχθη από την Σχολή Δημόσιας Υγείας T.H. Chan του Χάρβαρντ, παρακολούθησε 216.695 ατομά για περίοδο έως και 36 χρόνων. Κατά τη διάρκεια αυτής της παρακολούθησης, περισσότεροι από 22.000 συμμετέχοντες εμφάνισαν Διαβήτη Τύπου 2.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι ερευνητές ανιχνεύσανε ότι οι ατομικές που κατανάλωναν συχνά κόκκινο κρέας είχαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης Διαβήτη Τύπου 2. Κάθε επιπλέον μερίδα επεξεργασμένου κόκκινου κρέατος σχετίζονταν με 46% αύξηση του κινδύνου, ενώ κάθε επιπλέον μερίδα μη επεξεργασμένου κόκκινου κρέατος σχετιζόταν με 24% αύξηση.
Ωστόσο, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η αντικατάσταση του κόκκινου κρέατος με φυτικές πηγές πρωτεΐνης, όπως οι ξηροί καρποί και τα όσπρια, μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Ειδικότερα, η αντικατάσταση μιας ημερήσιας μερίδας κόκκινου κρέατος με μια μερίδα ξηρών καρπών και όσπριων σχετίζεται με 30% μείωση του κινδύνου, ενώ η αντικατάσταση με μια μερίδα γαλακτοκομικών σχετίζεται με 22% μείωση.
Πέραν αυτού, αξίζει να αναφερθεί ότι η μελέτη αυτή δεν επιβεβαιώνει ότι η κατανάλωση κόκκινου κρέατος προκαλεί Διαβήτη Τύπου 2. Ωστόσο, τα ευρήματα της μελέτης υποδηλώνουν ότι η μείωση της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος μπορεί να συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης της νόσου.
Εφόσον το κόκκινο κρέας αποτελεί παράγοντα κινδύνου, είναι σημαντικό να αναζητήσουμε εναλλακτικές πηγές πρωτεΐνης. Οι άνθρωποι που επιθυμούν να μειώσουν την κατανάλωση κόκκινου κρέατος μπορούν να προσπαθήσουν να το αντικαταστήσουν με ξηρούς καρπούς, όσπρια, αυγά, γαλακτοκομικά, τόνο και σολομό, φακές και φασόλια.
Συνοψίζοντας, η συγκεκριμένη έρευνα αποτελεί προσθήκη στο υπάρχον επιστημονικό έργο, το οποίο καταδεικνύει τη σύνδεση μεταξύ της κατανάλωσης κόκκινου κρέατος και του Διαβήτη Τύπου 2. Μείωση της κατανάλωσης αυτού του είδους κρέατος αποτελεί μια προληπτική πρακτική που μπορεί να συμβάλλει στην προστασία της υγείας και στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης αυτής της σοβαρής νόσου.